Search

ΤΑ ΦΟΥΣΤΑΝΙΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΣ Ν

Updated: May 26



Ξυπνούσε το πρωί με μια μεγάλη αγωνία.

Κάθε βράδυ το ίδιο όνειρο.

Ένα άγριο ζώο της ξέσκιζε τα φουστάνια της. Πάνε χρόνια από τότε που την επισκέφτηκε για πρώτη φορά. Πεταγόταν από το κρεβάτι τινάζοντας τα σκεπάσματα.

Κατευθυνόταν τρεκλίζοντας στην κουζίνα και έβαζε νερό στο ποτήρι.

Δεν ήταν εύκολο να κοιμηθεί ξανά. Προτιμούσε να κουρνιάσει στον καναπέ πλάι από το παράθυρο. Τα μάτια της βάραιναν λίγο πριν ξημερώσει. Αφηνόταν σε έναν ύπνο δίχως εφιάλτες μόνο το πρωί.

Μέσα στο χουζούρι της άκουγε τους γλάρους να βγάζουν τους αλλόκοτους ήχους τους και ανακουφιζόταν.

Πάντα ανακουφιζόταν με τους ήχους των γλάρων. Και σαν ερχόταν το βράδυ, ετοιμαζόταν, άναβε κεριά, προσευχόταν σε θεές και θεούς, αγγέλους και σε πνεύματα. Παρακαλούσε της γης τα στοιχεία να την προφυλάξουν από εκείνο το άγριο ζώο που της ξέσκιζε τα φουστάνια, κάθε βράδυ και από ένα διαφορετικό φουστάνι.

Εκείνο το βράδυ έγινε ένα θαύμα. Αποκοιμήθηκε, βρέθηκε πάλι εκεί στο δάσος που το θηρίο παραμόνευε με τα φονικά του νύχια ακονισμένα και λαμπερά. Φορούσε το άσπρο της φουστάνι και προχωρούσε ανάμεσα από τα δέντρα.

Το φεγγάρι ήταν τόσο γεμάτο όσο και η καρδιά της με φόβο.

«Μη φοβάσαι πια τον φόβο» της ψιθύρισε μια γυναικεία φωνή

και συνέχισε, «μπες μέσα στην κουφάλα του δέντρου που χωράει το σώμα σου, εκεί θα βρεις τα όπλα για να σωθείς απόψε από το θηρίο μια για πάντα». Η Ν έστρεψε το βλέμμα μα δεν είδε ποιος της μιλούσε. Έψαξε το δέντρο με την μεγάλη κουφάλα και το βρήκε.

Δεν ήταν εύκολο μα επέμεινε.

χώθηκε μέσα. Ήταν υγρό και ζεστό. Άπλωσε τα χέρια και ψαχούλεψε στις εσοχές του δίχως να σκέφτεται τα ζωύφια που φώλιαζαν εκεί.

Πράγματι έπιασε ένα πουγκί. Βγήκε έξω και κάθησε κάτω από το φεγγάρι. Άνοιξε το πουγκί και βρήκε μέσα ένα καρούλι κλωστής, πράσινη σαν το χρώμα της φλέβας όπως πετάγεται από το άσπρο της δέρμα, και ένα δαχτυλίδι μαγικό. Όταν το έβαζες στο χέρι σου άλλαζε μορφές, ανάλογα με της ψυχής σου την μορφη. Το γνώριζε αυτό το δαχτυλίδι. θυμάται πως είχε κάποτε ένα ίδιο, όταν ήταν μικρή. Το είχε χάσει τότε στο δάσος, τότε που την βρήκε το θηρίο την πρώτη φορά.

Και τότε φορούσε ένα άσπρο φουστάνι. Το θηρίο της είχε ορμήσει . Του φωναζε να σταματήσει. Εκείνο δεν άκουγε μονο έσκιζε το άσπρο φουστάνι και έμπηγε τα νύχια του στην ψυχή της. Το δαχτυλίδι είχε την μορφή μικρού κουταβιού, ίσως ενός μικρού λυκόπουλου.

Πήρε μια βαθιά ανάσα και έβγαλε το φουστάνι της, κέντησε πάνω του την ιστορία της. την ιστορία εκείνη με το θηρίο και την μάχη της ψυχής της, κέντησε μυστικά ξόρκια ώστε να μην χάσει το φως και την δύναμη της μπροστά στο άγριο θηρίο. Κέντησε τους πόνους της, τις χαρές της και τα όνειρα της, κέντησε τους φόβους της αλλά και τις επιμονής της τα κατορθώματα. Κέντησε την ιστορία της ζωής της ως την ημέρα αυτή. Μόλις ολοκλήρωσε και την τελευταία βελονιά, έβαλε το φουστάνι και πήρε το μαγικό δαχτυλίδι στην χούφτα της. Το φουστάνι άρχισε να λαμποκοπά κάτω από το φως του φεγγαριού, σα να ζωντάνευαν οι κεντημένες ιστορίες. Ύψωσε το δαχτυλίδι προς τον ουρανό και το έβαλε στο δάχτυλο.

Τότε ήταν που σχηματίστηκε μια λύκαινα μεγαλοπρεπή και δυνατή.

Η Ν χαμογέλασε με ανακούφιση… από δω και πέρα η λύκαινα θα φρόντιζε να μην ξεσκίσει το θηρίο αλλά και κανένα άλλο θηρίο, κανένα από τα φουστάνια της…



52 views0 comments

Recent Posts

See All