Αναζήτηση

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΓΚΡΙ

«Για τον Πολ Κλέε, το γκρίζο σημείο είναι ο κανόνας όλων, το κέντρο των έξι βασικών χρωμάτων (μωβ, κόκκινο, πορτοκαλί, κίτρινο, πράσινο, μπλε) των οποίων το άσπρο και το μαύρο είναι οι πόλοι… Χρώμα-χαμαιλέοντας με ασαφή όρια, το γκρι είναι η ένωση αντιθέτων, σημείο συνάντησης όλων των πιθανοτήτων»

Ο κύριος Γκρι, δίπλωσε την εφημερίδα και άρπαξε με αυθάδεια το φλυτζάνι, κατάπιε αχόρταγα δυο γουλιές, το έκανε με τέτοιο τροπο ώστε να μην μείνει η γεύση στην γλώσσα του, κατευθείαν στον φάρυγγα και έπειτα στο στομάχι.

Δεν εμπιστευόταν τον καφέ που σέρβιραν σε εκείνο το μικρό μπιστρό.

Του άρεσε να πηγαίνει εκεί μονάχα για τα μπισκότα, του θύμιζαν την γιαγιά του. Ήταν το μόνο που επέτρεπε να επηρεάσει τους γευστικούς του κάλυκες.

Κάποτε είχε διαβάσει πως οι ενήλικες έχουν μεταξύ 2.000 και 8.000 γευστικούς κάλυκες, καθένας από τους οποίους περιέχει μικροσκοπικούς αισθητικούς υποδοχείς.

Όταν τρως ή πίνεις κάτι αυτοί οι υποδοχείς καταγράφονται στον εγκέφαλό, όπου γίνεται αντιληπτή η γεύση.

Κάθε τόσο, οι γευστικοί κάλυκες μπορούν να διογκωθούν/πρηστούν, φαινομενικά από το πουθενά.

Αυτό συνήθως συμβαίνει επειδή κάτι τους έβλαψε όπως για παράδειγμα όταν πιεις μια μεγάλη γουλιά πολύ ζεστό καφέ ή όταν δαγκώσεις τη γλώσσα σου καταλάθος.

Το ανοσοποιητικό σύστημα «δουλεύει» πολύ σκληρά για να τους επαναφέρει όταν συμβαίνει αυτό.

Από τότε που διάβασε εκείνη την παράγραφο ορκίστηκε στον εαυτό του να μην εμπιστεύεται τίποτα από ότι μπαίνει μέσα του.

Καμία τροφή, ούτε καν εκείνη την πνευματική.

Όχι ότι εμπιστευόταν πριν, τώρα όμως είχε και έναν λόγο, το είχε διαβάσει.

Ήταν σίγουρος πως, όπως με όσα τρως και πίνεις, το ίδιο θα συνέβαινε και με όσα σερβίρονταν στα μάτια και στα αυτιά.

Αυτός ήταν ο λόγος που όταν κάποιος του μιλούσε, τα φρύδια του συναντούσαν το ένα το άλλο πάνω από την ρίζα της μύτης του. Το ένα του μάτι έκλεινε τόσο όσο, αφήνοντας το γκριζοπράσινο χρώμα να ξεχύνεται σε μια μούρη παραδομένη σε ένα δύσπιστο και ελαφρώς ειρωνικό μειδίαμα.

Δεν άφηνε τις φράσεις του συνομιλητή να ολοκληρωθούν, είχε απαντήσεις για όλα, είχε γνώμη για όλα και ήταν απόλυτα σίγουρος πως για όλα φταίνε οι άλλοι.

Το είχε μάθει από τον πατέρα του. Όταν ήταν μικρός, βέβαια, αισθανόταν ενόχληση κάθε φορά που του το έκανε και δεν τον άφηνε να μιλήσει, έπειτα κατάλαβε πως έτσι κάνουν οι άντρες.

Το ένθετο της εφημερίδας είχε αφιέρωμα στην ζωγραφική, τα τρία είδη του γκρι, έγραφε στον τίτλο της παραγράφου.

«Στα ελληνικά υπήρχε υποδιαίρεση του χρωματικού πεδίου του γκρι ώστε να τονιστεί η φωτεινή, η λαμπερή ή η σκοτεινή όψη του: η ελληνική λέξη πολιός, λευκωπό γκρι, θαμπό, περιέγραφε τα μαλλιά που άρχιζαν να γκριζάρουν με το πέρασμα του χρόνου, τα γηρατειά και ομοίως το τρίχωμα του λύκου, το σίδηρο, τη θάλασσα. Το φαεινός, σήμαινε ανοιχτό γκρι, λαμπερό, εκτυφλωτικό, και περιέγραφε τη φωτιά, το φεγγάρι, την αυγή, τα μάτια, τα υλικά, τη φωνή και το φαιός, ήταν το σκούρο γκρι, σχετικό με τα ρούχα πένθους, το μαύρο ψωμί, μια βραχνή φωνή. »

Ο κύριος Γκρι κάγχασε, έκανε ένα νόημα, αυστηρό, στην κοπέλα να του φέρει έναν ακόμα καφέ και ένα πιάτο μπισκότα.

Το γκρι που συνόδευε την ύπαρξη του είχε σίγουρα βαθύ μαύρο που πάλευε με το λευκό.

Τα χρώματα είναι περιττά, μόνο μπελάδες θα μπορούσαν να σκορπίσουν.

Ακούμπησε την εφημερίδα στο τραπέζι και πήρε μια βαθιά ανάσα.

Το επίθετο του το είχε πάρει από τον προπάππου του.

Από πατέρα σε γιό.

Το ίδιο και τα γκριζοπράσινα μάτια. Ίσως το είχε ίδιο και ο προπάππους του προπάππου του, δεν ήταν σίγουρος.

Δεν ήξερε πολλά για τους άντρες της οικογένειας του, ήξερε μόνο πως ήξεραν να φυλάγονται από όσους θέλαν να τους «πιάσουν κορόιδα», έτσι έλεγε ο πατέρας του, ο κύριος Γκρι το θυμάται καλά εκείνο το πρωινό, είχαν πάει στην αγορά, ήταν μικρός, ένας μικρός μπόμπιρας.

«Να μην είσαι αφελής, κανένας δεν σου χαρίζεται, κανένας δεν νοιάζεται, δες εμένα πως τα χειρίζομαι όλα»

Ο μικρός, τότε, κύριος Γκρι, δεν καταλάβαινε, απλά μασούλαγε τα μπισκότα που του είχε φτιάξει η γιαγιά, τα έβγαζε από το κουτάκι που του είχε δώσει και μπούκωνε το στόμα, αναισθητοποιώντας τους κάλυκες, και εκείνους της ψυχής.

Έτσι δεν αισθανόταν την γεύση της καυστικής συμπεριφοράς του πατέρα του, δεν αισθανόταν τίποτα μέσα του…μόνο… κατάπινε.

Πάντα του έδινε μπισκότα η γιαγιά όταν πήγαιναν στην αγορά με τον πατέρα του, ήταν σίγουρη πως ο γιός της δεν θα αγόραζε τίποτα στον εγγονό της.

Γνώριζε πως θα έκανε κήρυγμα στον γιό του και έπειτα θα τον έσερνε απλά μαζί του σε κάθε παζάρι που θα έκανε με τους πλανόδιους.

Έψαχνε ευκαιρίες στην αγορά των μεταχειρισμένων, τα έπαιρνε στο σπίτι τα επισκεύαζε και τα μοσχοπουλούσε, τους έπιαναν όλους κορόιδα και το καυχιόταν. Γιαυτό δεν εμπιστευόταν κανέναν… Ήξερε πως γίνεται το πράμα… «Αυτό το μαγαζί θα πάει σε σένα αν μάθεις την τέχνη».

Ο μικρός κύριος Γκρι συνέχιζε την πρόταση από μέσα του «την τέχνη του να κοροϊδεύεις τους άλλους».

Ήταν λοιπόν, γνωστό πως οι Γκρι δεν εμπιστεύονταν κανέναν, κανένας άντρας στην οικογένεια, η γιαγιά του κυρίου Γκρι είχε εκπαιδευτεί πολύ καλά ώστε να μην ερεθίζει τον ήδη ευερέθιστο άντρα της.

Όταν ήταν πιο νέα είχε προσπαθήσει να μεγαλώσει τον γιό της διαφορετικά αλλά μετά τα παράτησε.

Δεν ξέρω, τώρα που το σκέφτομαι, ίσως δεν τα παράτησε, ίσως έγινε και εκείνη Γκρι, και έγινε εξολοκλήρου γκρί την ημέρα που έψησε τα τελευταία μπισκότα.

Όταν ήταν παιδί ο κύριος Γκρι καταλάβαινε πως κάτι δεν πάει καλά, κάπως αισθανόταν να πρήζονται οι κάλυκες της ψυχής, αφού «ο μπαμπάς γίνεται έξαλλος όταν πάνε να τον κοροϊδέψουν, γιατί εκείνος θέλει να τους κοροϊδέψει όλους;».

Μεγαλώνοντας απλά κατάπινε, κατάπινε… δίχως να αισθάνεται.

Και να σκεφτείς πως κάποτε είχε φτάσει πολύ κοντά στο να αισθανθεί, ευτυχώς όμως «μαζεύτηκε» γρήγορα.

Παραλίγο να του τη φέρει μια περίεργη γυναίκα που, πάντα το παραδεχόταν ο κύριος Γκρι, έφτιαχνε τα ίδια μπισκότα με εκείνα της γιαγιάς του.

Κάπως σαν το γκρι του να είχε γίνει πιο φωτεινό, πιο κοντά στο άσπρο.

Σα να είχε ανοίξει κάπως η σκέψη του, όπως τότε που μπορούσε να διακρίνει πως ο πατέρας του δεν τα έλεγε και πολύ σωστά τα πράγματα.

Σα να είχε κάπως αρχίσει να γεύεται… μεγάλη παγίδα η σκέψη.

Ευτυχώς όμως, δεν άργησε να καταλάβει πως εκείνη η γυναίκα ήταν επικίνδυνη.

Είχε, βλέπεις, πολλά χρώματα και αυτό είναι εξαιρετικά επικίνδυνο για έναν άντρα όπως ο κύριος Γκρι, που οφείλει να κρατήσει σε ισορροπία το άσπρο και το μαύρο, ώστε να μην καταπιεί το ένα το άλλο.

Μια ήταν η λύση, να γίνουν όλα γκρι και να μην ξεφεύγει κανένα χρώμα, όλα κλεισμένα σε ένα κουτί.

Έτσι το μόνο κουτί που θα άνοιγε θα ήταν εκείνο των μπισκότων.

Δεν υπάρχουν αλλά γκρι, μόνο το δικό του, μόνο το γκρι των αντρών της οικογένειας του.

Έτσι η γυναίκα εκείνη, ευτυχώς, δεν θα μπορούσε να τον κοροϊδέψει.

Αν ήθελε να μείνει θα έπρεπε να γίνει Γκρι.

Και η γυναίκα έφυγε.. την ξεσκέπασε, το ήξερε… το ήξερε ο κύριος Γκρι!

Δεν έφταιγε εκείνος, εκείνος έκανε ότι καλύτερο μπορούσε, πάντα αυτό έκανε.

Τώρα αν οι άλλοι γύρω του βουτούσαν σε δεξαμενές χρωμάτων και μετατρέπονταν σε επικίνδυνες ουσίες, ικανές να δηλητηριάσουν τους κάλυκες της ύπαρξης του αυτό ήταν ένα θέμα που είχε λυμένο.

Απλά θα κατάπινε δίχως να αισθάνεται και θα φορούσε κάθε πρωί το γκρι του κουστούμι. Θα έσφιγγε την γκρι του γραβάτα. Θα τυλιγόταν στο γκρι του παλτό και θα σωζόταν …

...ή τέλος πάντων έτσι νόμιζε ο κύριος Γκρι… πως θα σωζόταν...

Δεν είχε όμως σκεφτεί ένα πράγμα, μέσα στο γκρι μυαλό του, πως αν όλα ήταν γκρι και όλοι γύρω του βουτηγμένοι στο γκρι δεν θα υπήρχε κανείς να του φτιάξει εκείνα τα (μεταξύ μας θα το παραδεχτούμε) πολύχρωμα μπισκότα!



44 Προβολές0 Σχόλια

Πρόσφατες αναρτήσεις

Εμφάνιση όλων

ΑΝΔΡΟΓΥΝΟ