Αναζήτηση
  • Souzana Papafagou

Ο ΘΥΜΟΣ ΤΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ ΜΑΣ ΠΑΙΔΙΟΥ

Βρέχει, είναι πρωί, βρίσκομαι στο γραφείο.

Αισθάνομαι ηρεμία, είμαι καθισμένη στην πολυθρόνα μου.

Ο καφές αχνίζει, ο ήχος της βροχής συντονίζεται με τους λεπτοδείκτες.

Ο χρόνος μετριέται σε λεπτά, σε χτύπους, σε γραμμές στο πρόσωπο, σε σημάδια στο σώμα, σε αναμνήσεις , σε σχέσεις που ξεκίνησαν, σε σχέσεις που εξελίχτηκαν, σε σχέσεις που σταμάτησαν, σε όνειρα που πραγματοποιήθηκαν , σε όνειρα που ματαιώθηκαν...

Σκέφτομαι στο ρυθμό της βροχής και κρατώ κάποιες σημειώσεις, η πρώτη συνεδρία της ημέρας ξεκινά στις 8.45, είναι 8.35.

Αφήνομαι για λίγα λεπτά σε έναν γλυκό ρεμβασμό, κοιτώ τη φλόγα του μεγάλου κεριού πάνω στο τραπέζι, να χορεύει ρυθμικά, ο χρόνος σταματά για λίγο.

8.43, το κουδούνι χτυπά ρυθμικά.

Ο χρόνος επιστρέφει στην θέση του.

Η Ζ μπαίνει μέσα φουριόζα, «είμαι έτοιμη να τα σπάσω όλα» αφήνει την τσάντα στο πάτωμα. Θέλει να βγάλει τα παπούτσια, δεν απαντώ στο αίτημα της.

Την κοιτώ, απλά την κοιτώ... εκείνη θυμώνει.

«Έρχομαι εδώ για να χαλαρώσω και εσείς με κοιτάτε σαν βούδας.

Βασικά τι λέω, ο βούδας έχει κοιλιά, εσείς ούτε αυτό δεν έχετε.

Που το κακό να βγάλω τα παπούτσια και να κάτσω οκλαδόν».

Ούτε κοιλιά, ούτε βούδας, ούτε τίποτα.

Μια ύπαρξη που στερεί.

Αυτό ήμουν για την Ζ στις τελευταίες συνεδρίες.

Είχα την εντύπωση πως ακόμα και να της έδινα όσα ήθελε ποτέ δεν θα ήταν αρκετά.

Δεν θα γέμιζε τίποτα αυτό το απέραντο κενό.

Αυτό το κενό που κατέτρωγε το μέσα της και ξεκινούσε από το ξημέρωμα να σκοτεινιάζει τον τόπο της ψυχής της, που την έκανε να είναι έτοιμη να «τα σπάσει όλα», να συμπαρασύρει τα πάντα γύρω της σε ένα στροβίλισμα δίχως φρένο.

«ΔΕΝ ΜΕ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΙΣ!», φώναξε, το σώμα της τεντώθηκε, έβγαλε τα παπούτσια και έβαλε τα πόδια πάνω στην πολυθρόνα.

Δεν μίλησα, θα μιλούσα όταν θα ερχόταν η ώρα...

Τώρα μιλούσε εκείνη, όχι τόσο με λόγια μα με πράξεις, ο θυμός της έρεε από κάθε της κύτταρο, ως και οι φλόγες των κεριών τρεμόπαιζαν από την ταραγμένη αναπνοή της, την συνόδευσα με το βλέμμα προσπαθώντας να αντέξω την ένταση, να την κατανοήσω, να την βάλω σε μια σειρά λέξεων μέσα μου ώστε να την προφέρω και να της την προσφέρω.


Θυμήθηκα την κόρη μου, τότε που δεν είχε στις υπηρεσίες της τις λέξεις προκειμένου να εκφράσει τα όσα αισθανόταν, αντί αυτού το σωματάκι της γινόταν ένα τόξο που εκτόξευε βέλη ακατέργαστων συναισθημάτων.

Σιγά σιγά και με υπομονή, γράμμα στο γράμμα, λέξη στη λέξη, αντοχή στην αντοχή, δημιουργήσαμε έναν χώρο ασφαλή, μέσα στον οποίο μπορούσε να έρθει σε επαφή με όσα αισθανόταν και έπειτα αυτός ο χώρος έλαβε θέση μέσα της και ακόμα και σε απόσταση από εμένα έχει όλο και πιο πολύ την δυνατότητα να μιλά για όσα συνέβαιναν μέσα της, ακόμα και για το πιο δύσκολο... τον θυμό!

«Ποιος είναι ο θυμός σου;» είχα ρωτήσει κάποτε έναν έφηβο.

Στην πραγματικότητα αυτό που ήθελα να ρωτήσω ήταν «σε ποιόν απευθύνεται ο θυμός σου; με ποιον είσαι θυμωμένος», αντί αυτού ρώτησα λοιπόν « Ποιος είναι ο θυμός σου», σα να ήταν ο θυμός ένα πρόσωπο.

Ο νεαρός δεν στάθηκε καθόλου στην λάθος διατύπωση, απάντησε με αυθορμητισμό «Ο θυμός είναι ο πατέρας μου».

Είχε κάνει, θυμάμαι μια παύση και είχε συμπληρώσει «κάθε φορά που θυμώνω, ο θυμός μου παίρνει την μορφή του πατέρα μου! γουρλώνει τα μάτια και σηκώνει το χέρι,όχι για να με χτυπήσει, δεν το έχει κάνει ποτε!

Το σηκώνει για να μου θυμίσει πως μπορεί να το κάνει.

Φέτος του έδειξα πως μπορώ και εγώ να κάνω το ίδιο. Είμαι πιο ψηλός πια από εκείνον! »

Ο νεαρός εκείνος είχε απευθύνει αργότερα στην θεραπευτική ομάδα, στην οποία εντάχθηκε, την εξής εύστοχη ερώτηση «γιατί θυμώνω τόσο πολύ ακόμα και με ανθρώπους που δεν ξέρω; Στον δρόμο μπορεί να θέλω να βρίσω κάποιον, που έκανε κάτι απλό ή ακόμα και να μην έκανε, απλά με κοίταξε, γιατί εγώ γίνομαι έξαλλος;»

Τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας συμφώνησαν πως συνέβαινε και σε εκείνα, σε άλλους περισσότερο και σε άλλους λιγότερο.

Άρχισαν να μιλούν και για τον θυμό μέσα στον χώρο της ομάδας, άρχισαν να διερωτώνται για τον θυμό γενικά και ειδικά. «Ποιος ήταν ο θυμός τους και ποιος ο λόγος που ζωντάνευε;».

Συμβαίνει κάποιες φορές όταν θυμώνουμε με τους άλλους, στην ουσία να θυμώνουμε με εκείνους που δεν έκαναν όσα θα έπρεπε ή όσα θα επιθυμούσαμε να είχαν κάνει, τότε που ήμασταν πολύ πολύ πιο μικροί.

Και αν αρχίσουμε να παρατηρούμε τι γίνεται μέσα μας, αν επιτρέψουμε στον εαυτό μας να ψάξει βαθύτερα, θα το διαπιστώσουμε αυτό.

Ο θυμός μας προς τους άλλους είναι πολύ συχνά η προβολή του δικού μας, εσωτερικού θυμού, για την απογοήτευση που νιώθουμε, για τις προσδοκίες που δεν επαληθεύτηκαν, για την έλλειψη ικανοτήτων ή σωστής κρίσης των σημαντικών άλλων που θα έπρεπε καποτε να μας φροντίσουν.

Για παράδειγμα θυμώνουμε γιατί κάποιος μας κορόιδεψε, στην ουσία ο θυμός μας είναι προς τον εαυτό μας που δεν κατάλαβε τι άνθρωπος ήταν, ίσως να δώσαμε περισσότερα από όσα έπρεπε να δώσουμε, ίσως εθελοτυφλούσαμε στα σημάδια που δεν θέλαμε να δούμε. Ίσως είναι ακόμα θυμωμένο το εσωτερικό μας παιδί γιατί στο τότε ... τότε που πονούσε, δεν ήρθε κανεις να το ανακουφίσει ουσιαστικά!

Και, τι σημαίνει ουσιαστικά; Ίσως και τίποτα γιατί τίποτα δεν είναι ουσιαστικό αν δεν εχουμε έρθει σε επαφή με την ουσία μέσα μας.

Και ίσως δεν είχαν έρθει σε επαφή με την ουσία τους και εκείνοι που θα έπρεπε να μας φροντισουν, από τους οποίους περιμεναμε πολλά ή εξαιτιας των οποίων μάθαμε στα λίγα!

Νομίζουμε πως θυμώνουμε για το ψέμα και την προδοσία κάποιου, μα θυμώνουμε με τον εαυτό μας που επέτρεψε να έχει προσδοκίες μεγαλύτερες από αυτές που άξιζε ο συγκεκριμένος άνθρωπος.

Προσδοκίες που πονούν, αφού δεν ικανοποιήθηκαν και προκαλούν θυμό προς εμάς που επιτρέψαμε αυτόν τον πόνο, τον οποίο μπορούσαμε να αποτρέψουμε, έχοντας λιγότερες προσδοκίες.

Νομίζουμε πως θυμώνουμε για την απαξίωση που μας δείχνει κάποιος ή την απόρριψή του και στην ουσία θυμώνουμε με τον εαυτό μας που δεν κατάφερε να τον κάνει να δει την αξία μας, τις ικανότητές μας, όλα όσα έχουμε να προσφέρουμε.

Ή ίσως θυμώνουμε γιατί νιώθουμε και οι ίδιοι ανεπαρκείς, οπότε επαληθεύεται, μέσω της συμπεριφοράς του άλλου, η άσχημη αυτοεικόνα μας κι αυτό μας ανακινεί δυσάρεστα συναισθήματα, που κάποιες φορές μας παραλύουν.

Νομίζουμε πως θυμώνουμε γιατί δεν μας καταλαβαίνουν, αλλά βαθιά μέσα μας θυμώνουμε με εμάς που δεν γίναμε κατανοητοί.

Γιατί το εσωτερικό παιδί δεν μπορεί να καταλάβει πως φταίει ο φροντιστής, μιας και τον έχει ανάγκη, ακόμα και όταν γίνει μεγάλο (εξωτερικά) , μέσα του λέει πως δεν μπορεί να φταίει εκείνος, φταίει πάντα εκείνο.

Νομίζουμε πως θυμώνουμε γιατί δεν μας φροντίζουν,στην ουσία όμως θυμώνουμε με τον εαυτό μας που δεν γίνεται πιο διεκδικητικός ή που νιώθει πως δεν αξίζει φροντίδα κι επιβεβαιώνεται.

Νομίζουμε πως θυμώνουμε με όσους μας κακοποιούν, αλλά θυμώνουμε με εμάς είτε γιατί δεν καταφέραμε να βάλουμε σαφή όρια απέναντί τους, είτε γιατί δεν καταφέραμε να τους κάνουμε να τα δουν και να τα σεβαστούν.

Θυμώνουμε ακόμη και απρόσωπα. Με την πολιτεία, το κράτος, τους θεσμούς που δεν τηρούνται, για παράδειγμα.

Και πάλι όμως, θυμώνουμε με τον εαυτό μας που νιώθει τόσο μικρός απέναντί τους και τόσο αδύναμος να τους αντισταθεί και να τους νικήσει.

Και όσο σκέφτομαι όλα αυτά η Ζ που είχε μείνει να με κοιτά θυμωμένη, δίχως παπούτσια, καθισμένη οκλαδόν στην πολυθρόνα, κατεβάζει τα πόδια, βάζει τα παπούτσια και με κοιτά με μάτια υγρά

"ποιον κοροϊδεύω, δεν μου φταίτε εσείς... ποτε κανένας δεν με κατάλαβε, εσείς ίσως και να προσπαθείτε... δεν μου είναι εύκολο, πονάω μέσα μου.

Πονάω και καίγομαι! Ο χρόνος περνά από μπροστά μου και τον μετρώ με θυμωμένες στιγμές. Θέλω τόσο να ηρεμήσω μέσα μου αλλά δεν μπορώ να τα καταφέρω. Ποιό το νόημα να έρχομαι εδώ; Τόσα χρόνια έρχομαι και δεν αλλάζει τίποτα. Πάντα στο μηδέν, πάντα στην ίδια εφιαλτική αφετηρία, γεμάτη με θυμό και απογοήτευση! Πονάω! "

Την κοίταξα με συμπάθεια, αισθάνθηκα τον χρόνο να κυλά ρυθμικά πάνω στους χτύπους της καρδιάς μου. Τούτη η θυμωμένη γυναίκα είχε επιτέλους προχωρήσει λίγο πιο πέρα. Αναγνώριζε τον πόνο και την θλίψη που υπήρχαν κάτω από τον θυμό της.

Ένα κομμάτι από το τσόφλι που την απόμόνωνε από το συναίσθημα έσπασε και ακριβώς από εκεί άρχισε να βγαίνει το φως, άρχισε να φωτίζεται εκείνο το πονεμένο κομμάτι της και να το αναγνωρίζει ουσιαστικά. Ο χρόνος ξεχείλιζε από μέσα προς τα έξω πια, δίνοντας στο άχρονο μια υπόσταση.

Έτσι γίνεται πάντα όταν συνδέεται το τότε με το τώρα... έτσι... και ας μοιάζει απλά ο χρόνος να σταματα και να μην πηγαίνουν πουθενά τα πράγματα, τα γεγονότα και οι άνθρωποι... οι αλλαγές έρχονται σιωπηλά μα σταθερά, αρκεί να κανουμε λίγο χώρο και να δώσουμε χρόνο, ώστε να τις δούμε.

Και όταν αρχίσουμε να βλέπουμε τότε ο θυμός θα πάρει άλλη μορφή και το εσωτερικό μας παιδί ίσως και να γαληνέψει.

Η Alice Miller έλεγε πως ο καθένας έχει ανάγκη να βιώσει την αγάπη για το παιδί που έχει μέσα του, διαφορετικά δε θα μάθει ποτέ στη ζωή του τι σημαίνει η λέξη «αγαπώ». Σκέφτομαι πως ίσως αυτός είναι ο τόπος και ο χρόνος που αλλάζει μορφή ο θυμός μας, εκεί που ξεκινάμε να αγαπάμε το εσωτερικό μας παιδί, αντέχουμε και κατανοούμε τον θυμό του.





134 Προβολές0 Σχόλια

Πρόσφατες αναρτήσεις

Εμφάνιση όλων