Search

Μ αγαπώ, δεν με αγαπώ.

Το είχε χούι να μαδάει μαργαρίτες. Κάθε φορά που συναντούσε κάποιον νέο άνθρωπο κήποι ολόκληροι αφανίζονταν!

Την θυμάμαι συχνά να ταλαιπωρείται… εκείνο το πρωί όμως, σα βάλθηκε να κάνει τη ιεροτελεστία κόμπιασε, «με αγαπά, δεν με αγαπά»… και συνέχισε

«μα τι να ναι αυτό το μ αγαπά; Να ναι πέταλο από μαργαρίτα; Αυτή η μαγική σκέψη, πως όλα όσα θέλω θα μου φανερωθούν αν μαδήσω ένα χαζό λουλούδι, δεν πιάνει. Πάντα πέφτω πάνω στους λάθος τύπους. Αυτούς που θέλουν όσα δεν θέλω και δεν θέλουν όσα θέλω.»

δάγκωσε τα νύχια της και έκοψε ένα κομμάτι δέρματος που προεξειχε. το έφτυσε. «Δεν θέλω να περιμένω άλλο. Θα μείνω έτσι μόνη . Σιγά . Και τι να τον κάνω τον άλλο; Μόνο μπελάδες φέρνουν εξάλλου οι άλλοι.» Κουλουριάστηκε σαν έμβρυο στον λευκό καναπέ και έπειτα σηκώθηκε απότομα. Κάτι μέσα στο σώμα της, στο ύψος του στομαχιού, χοροπηδούσε σα σαστισμένο. Ένα μπαλάκι από κόμπους. κόμποι καμωμένοι από κορδόνια, της τα είχαν μοιράσει από τότε που θυμάται τον εαυτό της. δεν ήξερε τι να τα κάνει, της φάνηκε λογικό να τα δέσει το ένα πάνω στο άλλο. Η μάνα της, ο πατέρας της, η γιαγιά , η θεια, ο κόσμος όλος. Ο κόσμος όλος ένας σαστισμένος κόμπος σε σχήμα μικρής μπάλας. Αισθανόταν το σώμα της χαρη σε αυτό το μπαλάκι. Έκανε γκελ στα τοιχώματα των σπλάχνων της. Αν αυτό σταματούσε να πηδά περα δώθε τότε αδυνατούσε να νιώσει πως υπάρχει. Κάθε που έβρισκε κάποιον, αυτό το μπαλάκι κάπως σώπαινε μέχρι εκείνη τη στιγμή που έσβηναν τα φώτα. Ποια φώτα; Να, τα φώτα της παράστασης. Ερωτευόταν παράφορα και εκείνη τη στιγμή ξεκινούσε το έργο… μα σα σβήναν τα φώτα και ο πρωταγωνιστής, ο εκάστοτε έρωτας της, ξεβαφόταν και έβγαζε από πάνω του όλα όσα τον έβαζε να φορέσει, τότε αισθανόταν εκείνο το μπαλάκι το καμωμένο από κόμπους και αρχινουσε να μαδά τα μαγικά άνθη. ώσπου εκείνο το απόγευμα σα κάπως να κατάλαβε… «μ’ αγαπω; …δεν μ αγαπώ… ίσως αυτό να είναι το μυστικό»,


58 views0 comments

Recent Posts

See All