Αναζήτηση
  • Souzana Papafagou

Η μάνα μου, μια άθλια μάγισσα. (απόσπασμα )

Κλείνω τα μάτια μου και η μορφή της μέσα μου μοιάζει με εκείνη μιας άθλιας μάγισσας.

Τα μαλλιά της ήταν άσπρα, σγουρά και απεριποίητα , τα μάτια της ήταν θυμωμένα, το στόμα της ήταν πάντα σφιχτό.

Κάποιες φορές είχα την αίσθηση πως το στόμα της σχημάτιζε ένα χαμόγελο στο σταφιδιασμένο της πρόσωπο.

Μια μέρα, κοιτώντας την πιο καλά, σιγουρεύτηκα πως αυτό το χαμόγελο ίσως και να υπήρξε κάποτε.

Ήταν τότε που θυμήθηκα την ιστορία με εκείνα τα αστέρια που τα βλέπεις στον ουρανό αλλά δεν υπάρχουν πια, θυμήθηκα την μούρη της και γέλασα μόνη μου σκεπτόμενη πως το χαμόγελο της απήχε έτη φωτός από το πρόσωπο της.

Ήταν καχύποπτη, ήταν έτοιμη να πει τη γνώμη της σε όλα όσα έλεγε κάποιος. Η γνώμη της ήταν πάντα συνυφασμένη με αντίρρηση σε οτιδήποτε άκουγε.

Όποιος και να μιλούσε εκείνη είχε κάτι να πει. Με ντροπίαζε πολύ συχνά καθώς μεγάλωνα, βλέποντάς την να μιλά με τον κόσμο.

Όταν της έλεγε κάποιος κάτι που εκείνη δεν γνώριζε, έμενε σιωπηλή και την επόμενη στιγμή σε περίμενε στην γωνία. Ήταν κάπως σα να σκεφτόταν «θα σε ταπώσω σύντομα».

Ήταν κουτοπόνηρη, τσιγκούνα και κουτσομπόλα.

Ήταν το μαύρο της το χάλι, αλλά ήταν η μητέρα μου και εγώ προσπαθούσα σε κάθε ευκαιρία να βρω τα κομμάτια τα καλά της.

Το είχα ανάγκη.

Και όταν το κατάφερνα, αυτά τα καλά της κομμάτια κατάφερναν να καλύψουν , μέσα μου, όλη την ξινίλα της και να με βουτήξουν στο βούρκο της ψευδαίσθησης πως επρόκειτο για μια Αγία.

Σοβαρά όμως τώρα, οφείλω να ομολογήσω πως κοιτώντας μια παλαιότερη φωτογραφία της, από τότε που ήταν νέα, ανύπαντρη και άτεκνη, τα μαλλιά της δεν ήταν πάντα άσπρα, τα μάτια της είμαι σίγουρη πως δεν ήταν τόσο θυμωμένα, αντίθετα, νομίζω πως κάποτε είχαν μια γλύκα.

Και σίγουρα, πριν έτη φωτός, το πρόσωπο της στολιζόταν από τα πιο όμορφα χαμόγελα.

Δεν μπορώ να θυμηθώ ούτε πότε, ούτε γιατί έσβησαν αυτά τα χαμόγελα.

Θυμάμαι την πρώτη μέρα που πήγα σχολείο, με είχε ντύσει με ένα ρούχο αηδιαστικό. Ένα κόκκινο φουστάνι με έναν γιακά στρογγυλό που πάνω είχε κεντημένες κάτι άθλιες μαργαρίτες.

Ήθελα να ανοίξει η γή να με καταπιεί.

Δεν μίλησα, μόνο θυμάμαι να κάθομαι μπροστά στον καθρέφτη και να την κοιτάζω καθώς μου τραβούσε τα μαλλιά πασχίζοντας να μου κάνει πλεξούδες.

Πριν φύγουμε από το σπίτι θυμάμαι πως είχα μπει στο μπάνιο και είχα καθίσει στο πάτωμα, είχα αγκαλιάσει το σώμα μου και έκλαψα βουβά.

Μα αλήθεια τι νόημα έχει να σου μιλάω για εκείνη. Έχω έρθει εδώ και σου έχω αραδιάσει τόσες ιστορίες. Και να, ξανά και ξανά μιλώ κυρίως για εκείνη. Όταν πέθανε, δεν έκλαψα, το βράδυ πριν την θάψουμε πήρα παραμάσχαλα ένα μπουκάλι κονιάκ και αμολήθηκα στον λόφο πάνω από τον κεντρικό δρόμο του χωριού, εκεί μου είχε πει κάποτε πως γνώρισε τον μεγάλο της έρωτα. Όχι τον πατέρα μου.

Το επόμενο πρωί ίσα που πρόλαβα την λειτουργία, μπήκα τρεκλίζοντας στην εκκλησία κουμπώνοντας τα κουμπιά του μαύρου φουστανιού μου. Όχι δικού μου, δικού της.

Ξέχασα να σου πώ πως το σώμα της ήταν ίδιο με το δικό μου, μόνο που εγώ έχω παραπάνω στήθος.

Τα τελευταία κουμπιά δεν κούμπωναν καλά και αυτό είχε ως αποτέλεσμα όταν έσκυψα να την φιλήσω να ξεχυθούν τα στήθια μου πάνω στο φέρετρο, ζεστά πάνω στο κρύο της σώμα. Αισθάνθηκα μια ανατριχίλα μαζί με εκδίκηση. Εκδίκηση για όλες εκείνες τις φορές που με είχε ρημάξει στο ξύλο γιατί το σώμα μου ήταν ζουμερό και εκείνη πίστευε πως πρόσφερα τα ζουμιά του σε όποιον το ζητούσε.

Ηταν 47 όταν με γέννησε. Το έμαθα πρόσφατα το νούμερο. Δεν τόλμαγες να την ρωτήσεις. Όπως δεν τόλμαγες να ρωτήσεις για τον άντρα που θα μπορούσα να φωνάξω πατέρα. Μια φορά μόνο την άκουσα να ψελλίζει πως ήταν πεθαμένος.

Ζει και βασιλεύει και τον συνάντησα πρόσφατα. Με βρήκε εκείνος όταν βεβαιώθηκε πως εκείνη ήταν πεθαμένη.

Σκέψου, είμαι 40 και εκείνος είναι 67. Κάνε λογαριασμό. είκοσι χρόνια μεγαλύτερη του εκείνη.

Ο Θ, ο πατέρας μου, μου είπε δυο λέξεις για εκείνη, όμορφη και ζηλευτή. Και όταν τον ρώτησα γιατί δεν ήταν μαζί, μου είπε πως εκείνη δεν θα μπορούσε ποτέ να του στερήσει τη ζωή που θα έκανε με μια νεότερη γυναίκα και για να μην την παρατήσει εκείνος στο μέλλον τον παράτησε εκείνη όταν βεβαιώθηκε πως έμεινε έγκυος.

Γιατί, όλα και όλα, ποιος θα την κοιτούσε στα γηρατειά…

Με γέννησε λοιπόν, και έπειτα βυθίστηκε στην εμμηνόπαυση, σφιχταγκαλιάστηκε με τα γηρατειά και με μεγάλωνε σα να μεγάλωνε ένα καλοκουρδισμένο ρομπότ. Έλα όμως που οι άνθρωποι φέρουμε μέσα μας πολλούς ιούς, οπότε δεν της βγήκε καλά το σχέδιο.

Όσο εκείνη προγραμμάτιζε, τόσο εγώ μέσα μου ξεχαρβαλωνόμουν.

Και νά που βρίσκομαι εδώ, να ψαχουλεύω εμένα, μα για να με βρω, πρέπει να ψαχουλέψω αυτή την άθλια μάγισσα όπως την φέρω μέσα μου.

(συνεχίζεται...)



65 Προβολές0 Σχόλια

Πρόσφατες αναρτήσεις

Εμφάνιση όλων