Search

Η ευγνωμοσύνη στους τόπους των αρχέγονων νησιών.

Ζούσε κάποτε,

σε ένα νησί, μια γυναίκα.

Ήταν ένα νησί αρχέγονο, ένα από τα πολλά που υπήρχαν στον ωκεανό. Τα είχε γεννήσει η θάλασσα και τα είχε θρέψει ο ήλιος.

Κατοικούσε σε ένα σπίτι φτιαγμένο από πέτρα, πλάι στη θάλασσα.

Ηταν μια γυναίκα μισή άνθρωπος μισή θεός.

Είχε μεγάλο στήθος και δυνατά πόδια. Τα χέρια της ήταν μακριά και οι παλάμες της μεγάλες.

Το σώμα της ήταν ζεστό.

Τα μάτια της άλλαζαν κάθε που άλλαζε το φως του ο ήλιος.

Μα, το χρώμα τους ήταν πάντα ίδιο.

Εκείνο του ωκεανού.

Όταν σκοτείνιαζε, στην γη που πατούσε, το βλέμμα της γινόταν βαθύ μωβ. Η γυναίκα είχε ένα όνομα που σα το πρόφερες γινόταν ήχος μαγικός, ηχούσε στα αυτιά σου σαν κάτι γνώριμο μα απροσδιόριστο.

Είχε ένα όνομα που όλοι το γνώριζαν μα λίγοι το αισθάνονταν.

Ένα όνομα που λίγοι, σε εκείνους τους τόπους, το είχαν προφέρει δυνατά.

Και μόνο αυτοί οι λίγοι κατάφεραν να δουν την θεϊκή μορφή της και να αισθανθούν τη ζέστη της. θα τη συναντούσες τα βράδια πλάι στη θάλασσα να ξεπλένει κουρέλια. Τα βούταγε στο νερό και τα στροβίλιζε απαλά, έπειτα τα έβγαζε με δύναμη στον αέρα σα πλάσμα που βαφτίζεται δούλος μιας δύναμης απόκοσμης.

Δεν την πλησίαζε κανένας στο νησί, αλλά και κανένας από κανένα άλλο νησί από τα κοντινά, τα αρχέγονα νησιά. Όλοι γνώριζαν πως θα μπορούσαν να την βρουν εκεί, πλάι στην θάλασσα.

Κανένας όμως δεν παραδεχόταν πως την έψαχνε.

Κανένας δεν γνώριζε πως την είχε ανάγκη.

Ούτε το γνώριζαν ούτε το ένιωθαν, οι κάτοικοι των νησιών αυτών, πως δίχως την δύναμη της θα κάλυπταν τα μαύρα σκοτάδια τον ουρανό, τη θάλασσα και τα κορμιά τους!

Εκείνη το γνώριζε και το ένιωθε.


Μια μέρα, μια μέρα που ο ήλιος είχε κρυφτεί πίσω από κάτι σύννεφα παραδίδοντας τη σκυτάλη του σιγά σιγά στο φεγγάρι, κάποιος χτύπησε την πόρτα της γυναίκας.


«Είναι ανοιχτά, πέρασε μέσα» είπε στον μουσαφιρη.

«πίστευα πως θα ήταν δύσκολο να σε βρω και ακόμα πιο δύσκολο να μπω μέσα στο σπίτι σου» απάντησε ο επισκέπτης.

Δεν φαινόταν αν ήταν άντρας ή γυναίκα, φορούσε έναν μακρύ μωβ μανδύα , με μια βαριά κουκούλα να σκεπάζει το πρόσωπο.


«πάντα είναι ανοιχτή η πόρτα μου.

Όλοι γνωρίζουν που να με βρουν.

Όλοι γνωρίζουν πως είμαι εδώ.

Αλλά κανείς δεν έρχεται εύκολα, κανείς δεν περνά με ευκολία το κατώφλι της πόρτας μου»

η γυναίκα κοίταξε με γαλήνη την φασκιωμένη με τον βαρύ μανδύα φιγούρα.


Η φιγούρα αποκαλύφθηκε με μια κίνηση αργή μα σταθερή.


Ένα κορίτσι κρυβόταν κάτω από το χοντρό ύφασμα.

«θέλω να με σώσεις. πονάει το σώμα μου. Πονάει η ψυχή μου. Ζητούν να ζήσουν αρμονικά το ένα πλάι στο άλλο μα δεν μπορούν. Σα βρίσκω το ένα, χάνω το άλλο.». «θα σε βοηθήσω» είπε αποφασιστικά η γυναίκα. «Αρκεί να πεις σωστά το όνομά μου ».

«το όνομα σου;» Απόρησε το κορίτσι. «αυτό είναι όλο;»

«Ναι, μόνο αυτό! Μα πριν το πεις, στασου λίγο εδώ, να ζεσταθείς» της έδειξε μια μεγάλη καρέκλα από ξύλο, ήταν όμορφα σκαλισμένη.

Το κορίτσι άγγιξε με τα απαλά του δάχτυλα ένα σχήμα. Ένας κύκλος που από μέσα του ξεδιπλώνονταν ένα φίδι. το φίδι έβγαινε μέσα από ένα αυγό. « αυτό το φοβάμαι. Αυτό διαλύει την ένωση του σώματος μου και της ψυχής μου. Αυτό το φίδι που γεννιέται μέσα μου. γενιεται κάθε βράδυ στα όνειρα μου.» είπε το κορίτσι

Τότε η γυναίκα στάθηκε μπροστά στην φωτιά και έβγαλε από την τσέπη του φουστανιού της ένα πουγκί. «Άνοιξε το χέρι σου» είπε στο κορίτσι.

Το κορίτσι υπάκουσε και άπλωσε το χέρι με την παλάμη να κοιτά τον ουρανό.

Η γυναίκα άδειασε μια σκόνη που στραφτάλιζε κάτω από το φως του φεγγαριού, που είχε πια κατακτήσει για τα καλα το βασίλειο του ουρανού.

«ηρθες ως εδω, στα αρχέγονα νησιά για να με βρεις… ήρθες ως εδώ για να μου ζητήσεις να γιατρέψω τις πληγές σου. Μάθε λοιπόν αυτό, Σα πεις το ονομά μου καθαρά και σταθερά. Σα νιώσεις το ονομά μου να πετάξεις αυτή τη σκόνη στη φωτιά. Έπειτα τρέξε στην ακρη της αμμουδιάς και δες προσεκτικά μεσα στο νερό. Κάτω από αυτό το φεγγάρι θα δεις να αναδύεται από το βυθό το σώμα σου μαζί με την ψυχή σου. Μα σε προειδοποιώ αν δεν αντέξεις όσα δεις πριν δεις αυτό που θέλεις τότε όλα θα σκοτεινιάσουν και… Δεν θα υπάρξει γυρισμός.»

Και αυτό έγινε. Αυτά έγιναν! Το κορίτσι στάθηκε μπροστά στη φωτιά, έκλεισε τα μάτια και είπε σταθερά και δυνατά «Ευγνωμοσύνη» αυτό είναι το όνομα σου, το ξέρω και το νιώθω.

Έπειτα έριξε με δύναμη τη σκονη στη φωτιά και έτρεξε στην άκρη της θάλασσας. Μπροστά της εμφανίστηκε, πάνω στο βυθό, ένα φίδι που έκανε κύκλους σταθερούς και ήρεμους. Ο φόβος της ήταν απέραντος… όσος ο βυθός! Αποφάσισε για μια στιγμή να φύγει. Μα θυμήθηκε τα λόγια της θεάς. Έμεινε. Έσφιξε την άκρη της φούστας της και έμεινε. Τότε το φίδι άρχισε να κινείται με γοργούς ρυθμούς και να ταράζει τα ήρεμα νερά και έπειτα έγινε φως και εξαφανίστηκε. Το κορίτσι τότε είδε στον καθρεφτη της γης, στης θάλασσας την επιφάνεια, το σώμα μιας γυναίκας. Η καρδιά της άρχισε να χτυπά ρυθμικά, κάθε χτύπος και ένα μικρό κύμα στην ακροθαλασσιά. Ωσπου η φιγούρα έφτασε στα πόδια σου κοριτσιού. Και το κορίτσι έπαψε να είναι κορίτσι, έγινε ένα με εκείνη τη γυναίκα. Μένα στα σπλάχνα της φυτεύτηκε ένας καρπός... Εκείνος της ευγνωμοσύνης.



25 views0 comments

Recent Posts

See All