Αναζήτηση
  • Souzana Papafagou

ΖΗΤΟΥΝΤΑΙ ΣΚΕΠΤΟΜΕΝΟΙ, ΣΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΟΥ ΜΑΡΚΟΥ

Έγινε ενημέρωση: 16 Ιουλ




Ανέτειλε ο ήλιος .

Ο Μάρκος κάρφωνε με μανία μια πινακίδα. «Ζητούνται σκεπτόμενοι»

Έτσι έγραφε η πινακίδα.

Η ουρά έξω από τον καφενέ είχε φτάσει ως το λιμάνι.

Δεν καταλάβαινες αν όλοι αυτοί σκεφτόντουσαν να μπουν στον καφενέ ή να σαλπάρουν.

Αν το σκεφτείς, μια κίνηση αρκούσε.

Γυρνάς την πλάτη στο ένα και στρέφεται απότομα ο πισινός σου στο άλλο.

Αλλά ποιος έχει ορεξη για σκέψεις καλοκαιριάτικα.

Τα τζιτζίκια δεν έβγαζαν το σκασμό παρόλο που η κυρά Σία πέταξε το ξύλινο πασούμι της στο δέντρο.

Είχε μια εκπομπή στην τηλεόραση και ήταν μεσημέρι βουτηγμένο στον ήλιο.

Τα εγγόνια είχαν μουλιασει στην θάλασσα, τα είχε φέρει σηκωτά στο σπίτι, τα είχε πλύνει στη σκάφη, έτσι της έκανε και η μάνα της, παρόλο που το μπάνιο στο σπίτι είχε κοστίσει μια περιουσία.

Την έβγαλε την ακρίβεια του, έσκασε από τη ζήλια της η Κυριακούλα του Κώτσου…

Που ήμουν; Α ναι, τα εγγόνια, τα είχε μπουκώσει και τα είχε χώσει στο κρεβάτι.

Δυο ώρες μόνη.

Αν ήταν καλή η τύχη της.

Γιαυτο άκουγε στο πιο χαμηλό την εκπομπή.

Μια ξανθιά με μακριά ποδάρια και τέλεια μούρη μιλούσε για μια μάνα που σκότωσε τα τρία της παιδιά. «Την βρομιάρα» σκέφτηκε και πέταξε για άλλη μια φορά το τσόκαρο στο δέντρο. «Την βρομιάρα» επανέλαβε και μπούκωσε μια χούφτα τηγανιτές πατάτες.

Κάτω από το σπίτι της, στο καφενείο η ουρά άρχισε επιτέλους να λιγοστεύει.

«Ζητούνται σκεπτόμενοι»

«Πήξαμε από δαύτους» είπε ο κυρ Οδυσσέας και χαμογέλασε δείχνοντας με θράσος τα απόντα του δόντια.

«Ναι παναγκασμά τους, πήξαμε από δαύτους» είπε η Δέσποινα, η χαζή του νησιού, και έφτυσε τα κουκούτσια του καρπουζιού στα πόδια ενός αγοριού που έβλεπε ένα βιντεάκι με τη μούρη κολλημένη στον «κινητό διάολο».

Έτσι το έλεγε το κινητό η Δέσποινα η χαζή.

«ρουφά τα μυαλά σας », φώναζε στα παιδιά που κρατούσαν τους διαβολους και γουρλωνε τα μάτια σαν την Κασσάνδρα. Οι πιο μάγκες από αυτά τα παιδιά την ακολουθούσαν και φώναζαν «η Δέσποινα η Χαζή, Η Δέσποινα η Χαζή με το μικρό βυζί».

Και όσο αυτά φώναζαν τόσο εκείνη γούρλωνε τα μάτια. Και έπειτα γελούσε δυνατά.

Το αγόρι παρακολουθούσε ένα βιντεάκι με έναν τύπο που έριχνε κλοτσιές στα αχαμνά των φίλων του. Γελούσε δυνατά. «τον μαλάκα!» φώναζε και ρουφούσε ένα τσιγάρο ξεφόρτιστο.

«Ελεύθερος με αναστολή ο βιαστής» ανακοίνωναν στα κεντρικά, ο Μάρκος έκλεισε την τηλεόραση, τα κεφτεδάκια ζεματούσαν και το τσίπουρο ίδρωνε, «δεν έχω όρεξη για δράματα μεσημεριάτικα, γιαυτό υπάρχουν οι νόμοι και οι αφεντάδες, ας κάνουν κουμάντο» έτσι σκέφτηκε και έκαψε έναν ανεπαίσθητο προβληματισμό καταπίνοντας λαίμαργα έναν ζεματιστό κεφτέ.

«Ζητούνται σκεπτόμενοι» έτσι έγραφε η πινακίδα… «μα τι να τους κάνουν τους σκεπτόμενους στο καφενείο, μαμά» ρώτησε η μικρή Αννούλα την μητέρα της.

Η μάνα της κούνησε το κεφάλι σα να έπρεπε να το γνωρίζει , κοντεύει τα 10! Πως γίνεται να μην ξέρει πως το καφενείο είναι ο τόπος ο πιο ιερός. Ο χώρος που όλοι έχουν λόγο για όλα. Όλοι το ξέρουν αυτό. Όλες οι αποφάσεις, δικαστικές, ιατρικές, οικονομικές, όλες... παίρνονται στα καφενεία.

Στου κυρ Γιώργου, στου Κώτσου, στου Μάρκου του Ζάκερμπε…

«Βγάλε επιτέλους το σκασμό» ούρλιαξε η κυρία Σια και ξύπνησε το πιο μικρό . Έβαλε τα κλάματα αυτό, «σκάσε βρομιάρικο και εσύ! Θα σε σκοτώσω αν ξυπνήσεις τα αλλά» . Έσκασε εκείνο από τον φόβο του.

Στράφηκε προς το πλοίο και ο τελευταίος σκεπτόμενος, δεν πλήρωναν τελικά καλά στο καφενείο.

Οι σκεπτόμενοι δεν καλύπτονται με ψίχουλα.

Ξέρουν να ζυμώνουν, προτιμούν το ζεστό καλό καρβέλι, θέλουν να το μοιραστούν.

Πάνω στο πλοίο μαζεύτηκαν κάμποσοι και άπλωσαν τα καλούδια τους, αν έχεις γερό στομάχι μπορείς να φας μαζί τους.

«Ζητούνται σκεπτόμενοι» έγραφε η πινακίδα, την είχε μαζέψει από τα σκουπίδια ο Ινδιάνος ο τρελός του νησιού, γυρνούσε με ένα φτερό στα μαλλιά , έκανε παρέα με την Δέσποινα, μάλιστα κάποιοι λέγανε πως την «κανονίζει» .

Καλά, εκείνη «κανόνιζε» εκείνον αλλά ας μην το πιάσουμε τώρα αυτό. Την ταμπέλα λοιπόν την μάζεψε εκείνος και την έβαλε έξω από τη σκηνή του.

Την επόμενη μέρα θα ανέτειλε ένας άλλος ήλιος. Ο Μάρκος ο Ζάκερμπε θα έβγαζε τις καρέκλες στο δρόμο , η κυρία Σια θα σαπούνιζε τα παιδιά στη σκάφη, και το καράβι θα σάλπαρε για αλλού.

Η Δέσποινα η χαζή έφτιαξε ένα καπέλο, πειρατικό, από μια εφημερίδα. Πριν τη διπλώσει ζήτησε από τον Ινδιάνο τον τρελό να της διαβάσει. «ο Κοβιντ κολλάει τους σκεπτόμενους» είπε ο Ινδιάνος και γέλασε τρανταχτά. «έλα, σκάσε τρελέ! Δεν λέει αυτό» είπε η Δέσποινα η χαζή και γέλασε μαζί του.

Στην άλλη πλευρά της σελίδας το απέραντο του σύμπαντος σε υψηλή ανάλυση. «Υπάρχει θεός», ψέλλισε εκείνη και κοίταξε τον ουρανό, ο ινδιάνος έβαλε το φτερό του.

«Ας χορέψουμε ίσως βρέξει…» της είπε. Εκείνη έβαλε το χάρτινο καπέλο, ψέκασε το κορμί της με ένα άρωμα που είχε κλέψει από την κυρία Σία ένα πρωί που την είχε καλέσει για θέλημα και δεν της είχε δώσει ούτε ένα σύκο από εκείνα που της είχε κουβαλήσει.

Πήρε την φέτα από καρπούζι και κίνησε για το καφενείο του Μάρκου, του Ζάκερμπερμπερκ ντε, εκεί... εκεί όπου η σκέψη είναι σε αναστολή και οι ετυμηγορίες ζεματάνε σαν λαχταριστοί κεφτέδες.

(συνεχίζεται… δυστυχώς...)



80 Προβολές0 Σχόλια

Πρόσφατες αναρτήσεις

Εμφάνιση όλων